Έρευνες
Τα τουρκικά “πλυντήρια” της ιρανικής βιομηχανίας των drones
Παρακάμπτοντας τις διεθνείς κυρώσεις, τουρκικές εταιρείες και ανταλλακτήρια χρυσού και συναλλάγματος “ξέπλεναν” έσοδα του ιρανικού καθεστώτος και προωθούσαν κρίσιμα υλικά στην Τεχεράνη. Έτσι, διασφαλιζόταν η παραγωγή των drones-καμικάζι Shahed, όπως αυτού που έπληξε την βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου.

Άκουσε το άρθρο
του Χάρη Καρανίκα
Τη νύχτα της 1ης Μαρτίου ιρανικής κατασκευής μη επανδρωμένο αεροσκάφος τύπου Shahed έπληξε τις Βρετανικές Βάσεις στο Ακρωτήρι της Κύπρου. Το χτύπημα, το οποίο στόχευσε ευθέως εγκαταστάσεις στον αεροδιάδρομο, επιβεβαιώθηκε από επίσημες πηγές της Λευκωσίας και του Λονδίνου και οδήγησε στην ενεργοποίηση αυστηρών μέτρων ασφαλείας. To drone φέρεται να εκτοξεύθηκε από το Λίβανο, από δυνάμεις της Χεζμπολάχ που συνεργάζονται με το καθεστώς των μουλάδων.
Η συγκεκριμένη επίθεση καταδεικνύει ότι τα οπλικά συστήματα που αναπτύσσει η Τεχεράνη δεν είναι κάτι που πρέπει να ανησυχεί μόνο τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός ότι ένα Shahed κατάφερε να χτυπήσει μία καλά φρουρούμενη στρατιωτική εγκατάσταση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, δείχνει ότι τα ιρανικά drones αποτελούν άμεση απειλή. Βασικοί βραχίονες πίσω από την διακίνηση, τη χρηματοδότηση και την τεχνολογική αναβάθμιση αυτών των drones είναι δύο συγκεκριμένες ιρανικές επιχειρήσεις: η Sahara Thunder και η κατασκευάστρια Mado.
Η πρώτη εταιρεία, γνωστή και ως Desert Thunder Company ή Tondar Sahra, λειτουργεί ως ένας από τους βασικούς εμπορικούς βραχίονες του Υπουργείου Άμυνας του Ιράν (MODAFL). Η Sahara Thunder δεν διαθέτει δικές της εγκαταστάσεις παραγωγής. Αντιθέτως, αναλαμβάνει αποκλειστικά τον ρόλο του διαμεσολαβητή για τον ιρανικό στρατιωτικό εξοπλισμό.
Ο καθοριστικός της ρόλος στο πρόγραμμα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών επιβεβαιώθηκε μέσω της διαπραγμάτευσης ενός συμβολαίου ύψους 1,75 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη ρωσική κρατική επιχείρηση JSC Alabuga. Υπό την κάλυψη της κωδικής ονομασίας "Project Dolphin", όπου τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη αναφέρονταν στα έγγραφα ψευδώς ως “μηχανοκίνητες βάρκες”, η Sahara Thunder συμφώνησε να προμηθεύσει τη Ρωσία με 6.000 drones-καμικάζι Shahed-136. Η εφοδιαστική αυτή αλυσίδα δεν αφορούσε αποκλειστικά έτοιμα συστήματα. Η Sahara Thunder μετέφερε στη Μόσχα πλήρη τεχνικά σχέδια και κιτ συναρμολόγησης, τα οποία περιελάμβαναν μέρη των σκαφών από ανθρακονήματα, εξαρτήματα κινητήρων και μητρικές πλακέτες. Παράλληλα, Ιρανοί μηχανικοί μεταφέρθηκαν στις εγκαταστάσεις ρωσικής κρατικής επιχείρησης στο Ταταρστάν για την εκπαίδευση του προσωπικού. Εκεί, το σύστημα ενσωματώθηκε στη ρωσική βιομηχανία υπό την ονομασία "Geran-2", εξασφαλίζοντας στην Τεχεράνη τεράστια έσοδα.
Η διαχείριση συμβολαίων αυτού του μεγέθους από μια εταιρεία που εμπορεύεται υλικό υπό αυστηρές διεθνείς κυρώσεις απαιτούσε τη λειτουργία ενός χρηματοπιστωτικού δικτύου. Οι μηχανισμοί της Sahara Thunder αποκαλύφθηκαν το 2024 μέσω της διαρροής δεδομένων "Wikiran" από την ομάδα χάκερ PRANA. Σύμφωνα με τα έγγραφα που διέρρευσαν, η εταιρεία αξιοποίησε την Τουρκία ως κέντρο “εκκαθάρισης” των συναλλαγών της, μεταβαίνοντας από τη διαχείριση ενός “σκιώδους στόλου” λαθρεμπορίου πετρελαίου στην εξυπηρέτηση της ιρανικής πολεμικής βιομηχανίας.
Η γεωγραφική εγγύτητα και ο υψηλός όγκος διμερούς εμπορίου με το Ιράν κατέστησαν την Τουρκία “ιδανικό” περιβάλλον για την ανάπτυξη αυτού του συστήματος ξεπλύματος χρήματος. Ως επικεφαλής του συγκεκριμένου δικτύου ταυτοποιήθηκε ο Seyyed Mohammad Najibi, ο οποίος, κατέχοντας και ιρανική και τουρκική υπηκοότητα, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην Τουρκία υπό την ταυτότητα “Can Yilmaz”. Μέσω εταιρειών-βιτρίνων και ανταλλακτηρίων χρυσού και συναλλάγματος στο Ιράν και την Τουρκία, όπως το Golden Stars, ο Yilmaz φέρεται να ενορχήστρωσε τη μεταφορά τεράστιων ποσών στην Τεχεράνη.
Οι αποκαλύψεις της διαρροής προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια του 2024 και το πρώτο εξάμηνο του 2025, επιβλήθηκαν στοχευμένες κυρώσεις κατά της Sahara Thunder, του Can Yilmaz, του Golden Stars και διάφορων συνδεδεμένων εταιρειών σε Μέση Ανατολή και Ασία. Οι τουρκικές διωκτικές και οικονομικές αρχές, υπό την πάγια πολιτική της Τουρκίας για τη μη αναγνώριση μονομερών κυρώσεων που επιβάλλονται από τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες, δεν προχώρησαν σε κάποιες ενέργειες κατά του δικτύου.
Αυτή η ανοχή απέναντι στα ιρανικά δίκτυα εφοδιασμού συνδέεται απόλυτα με τη γενικότερη εξωτερική της πολιτική. Αμέσως μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης Epic Fury / Lion's Roar από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταδίκασε δημοσίως τα δυτικά πλήγματα. Με την επιβεβαίωση του θανάτου του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο Ερντογάν εξέφρασε τα συλλυπητήριά του στον ιρανικό λαό, χαρακτηρίζοντας την αμερικανο-ισραηλινή επέμβαση ως “σαφή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου”. Ταυτόχρονα, καταδίκασε και τα μαζικά ιρανικά αντίποινα κατά αμερικανικών βάσεων σε αραβικά κράτη, χαρακτηρίζοντάς τα “απαράδεκτα” και πραγματοποιώντας τηλεφωνικές επαφές με ηγέτες του Κόλπου, καθώς και με τον Γερμανό Καγκελάριο και τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ.
Η συγκεκριμένη αρχική διπλωματική στάση υπογραμμίζει και την προτίμηση της Άγκυρας: τη διατήρηση του status quo στην Τεχεράνη. Ένα αποδυναμωμένο ισλαμιστικό καθεστώς εξυπηρετεί καλύτερα τα τουρκικά συμφέροντα σε σύγκριση με το ενδεχόμενο ανάδειξης μιας φιλοδυτικής κυβέρνησης, η οποία θα “αφαιρέσει” πόντους από το ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το διακύβευμα δεν είναι μικρό: μία πλήρης κρατική κατάρρευση του Ιράν σημαίνει την διακοπή του 15-16% των τουρκικών εισαγωγών φυσικού αερίου σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και υψηλού πληθωρισμού και τη πρόκληση τεράστιων προσφυγικών ροών.
Η επιδίωξη της Τουρκίας να αποδείξει την αποστασιοποίηση από τις αμερικανικές επιχειρήσεις αποτυπώθηκε αρχικά στην περίπτωση του ειδησεογραφικού πρακτορείου ANKA. Όταν το πρακτορείο μετέδωσε, μόλις άρχισαν οι αμερικανο-ισραηλινές επιχειρήσεις, ζωντανή εικόνα από την Αεροπορική Βάση του Ιντσιρλίκ, η Γενική Εισαγγελία των Αδάνων διέταξε έρευνα και συνέλαβε δημοσιογράφους του συνεργείου, στελέχη του συνεργαζόμενου με το πρακτορείο Koza TV και τον διευθυντή σύνταξης του καναλιού. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ φέρονται να μην χρησιμοποίησαν το Ιντσιρλίκ για τις επιθέσεις, οι τουρκικές αρχές προχώρησαν σε διώξεις σηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων από την αντιπολίτευση.
Η τουρκική ουδετερότητα δοκιμάστηκε οριακά τα τελευταία εικοσιτετράωρα, όταν τα ιρανικά αντίποινα “άγγιξαν” την ίδια την χώρα. Πύραυλος που εκτοξεύτηκε από το Ιράν την Τετάρτη αναχαιτίστηκε και καταστράφηκε εγκαίρως από τα συστήματα αεράμυνας του ΝΑΤΟ, πάνω από την περιφέρεια του Χατάι στην νοτιοανατολική Τουρκία. Σπεύδοντας να υποβαθμίσει το γεγονός και να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες, ανώνυμος Τούρκος αξιωματούχος δήλωσε στο γαλλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο AFP ότι το βλήμα δεν είχε ως στόχο την Τουρκία. Η συγκεκριμένη καθησυχαστική εκδοχή, ωστόσο, κατέρρευσε λίγες ώρες μετά σε ρεπορτάζ της Wall Street Journal. Επικαλούμενη Αμερικανό αξιωματούχο, η εφημερίδα αποκάλυψε πως ο πραγματικός στόχος ήταν το Ιντσιρλίκ, η στρατηγικής σημασίας βάση που φιλοξενεί αμερικανικά στρατεύματα, εκθέτοντας την προσπάθεια της Άγκυρας να αποκρύψει την άμεση απειλή.
Αντιμέτωπος με τη ραγδαία αποσταθεροποίηση και πιεζόμενος από τις αμερικανικές αποκαλύψεις, ο Ερντογάν αναγκάστηκε την Τετάρτη το βράδυ να “αναπροσαρμόσει” τη ρητορική του και προχώρησε σε μια αυστηρή δημόσια παρέμβαση, στέλνοντας —όπως δήλωσε— “τις πιο σαφείς προειδοποιήσεις” προς την ηγεσία του Ιράν και υπογραμμίζοντας ότι δεν θα ανεχθεί καμία παραβίαση των τουρκικών συνόρων ή μετατροπή τους σε πεδίο αντιπαράθεσης. Άμεσα, το πρωί της Πέμπτης, η Τεχεράνη παρενέβη για να εκτονώσει την κρίση, υποστηρίζοντας ότι ο πύραυλος δεν είχε στόχο την Τουρκία.
Αυτή η κίνηση του Ιράν προσέφερε την απαραίτητη σανίδα σωτηρίας στην Άγκυρα, επιτρέποντάς της να συνεχίσει το “τροπάρι” της ουδετερότητας, την ώρα που μηχανισμοί εντός της Τουρκίας είναι αυτοί που καθιστούν εφικτές τις ροές χρήματος και υλικού για την ιρανική πολεμική βιομηχανία. Εκτός από την εξαγωγή τεχνογνωσίας για τα Shahed στη Ρωσία, τέθηκε σε λειτουργία και ένας μηχανισμός “αντίστροφης ροής” εξοπλισμού προς το Ιράν. Λόγω των διεθνών εμπορικών αποκλεισμών, η ιρανική αμυντική βιομηχανία αδυνατεί να προμηθευτεί απευθείας ηλεκτρονικά εξαρτήματα διπλής χρήσης, όπως μικροεπεξεργαστές, αισθητήρες, συστήματα πλοήγησης, αλλά και βαρύ βιομηχανικό εξοπλισμό, όπως οι εργαλειομηχανές CNC, που είναι απαραίτητα για την κατασκευή των drones.
Σε αυτή την “αντίστροφη ροή” το ρόλο του διαμεσολαβητή αναλαμβάνουν και πάλι τουρκικές εταιρείες-βιτρίνες, που εμφανίζονται στα μητρώα ως επιχειρήσεις εμπορίας άσχετου αντικειμένου, όπως για παράδειγμα κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Αυτές οι εταιρείες εισάγουν νόμιμα ευρωπαϊκό και ασιατικό τεχνολογικό εξοπλισμό και στη συνέχεια παραποιούν τα σχετικά έγγραφα, προκειμένου να επανεξάγουν τα υλικά οδικώς στην ιρανική επικράτεια. Μέσω αυτού ακριβώς του διαύλου, διασφαλίζεται η λειτουργία των ιρανικών γραμμών παραγωγής των μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Ο βαθμός άμεσης εξάρτησης του ιρανικού οπλοστασίου από τα τουρκικά δίκτυα αποτυπώνεται με σαφήνεια σε πρόσφατες κυρώσεις: Στα τέλη Φεβρουαρίου, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις σε τρεις συγκεκριμένες εταιρείες της Κωνσταντινούπολης, τις UTUS Gumrukleme Gida Tekstil, Arya Global Gida Sanayi και Altis Tekstil Makina. Σύμφωνα με τις έρευνες των αμερικανικών αρχών, οι εταιρείες αυτές διευκόλυναν τη μεταφορά μηχανολογικού εξοπλισμού CNC αξίας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Ο τελικός αποδέκτης ήταν η ιρανική Mado, η οποία αποτελεί την κύρια κατασκευάστρια εταιρεία των κινητήρων εσωτερικής καύσης για τα drones Shahed-131 και Shahed-136.
Έναν μήνα πριν, στα τέλη Ιανουαρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέταξε στις λίστες της τη Sahara Thunder και τον επικεφαλής της, Hossein Bakshayesh, απαγορεύοντας την εξαγωγή εξαρτημάτων διπλής χρήσης και ηλεκτρονικών αεροδιαστημικής.
Ταυτόχρονα, το δίκτυο "MVM Partnership" προμήθευε μέσω Τουρκίας εκατοντάδες τόνους χημικών υλικών, όπως υπερχλωρικό νάτριο, από την Κίνα και την Ινδία, που είναι απαραίτητα για τα καύσιμα των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων.
Αυτή η εφοδιαστική αλυσίδα ενδέχεται να έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις πρόσφατες συγκρούσεις. Στα μαζικά ιρανικά αντίποινα κατά αμερικανικών βάσεων στον Περσικό Κόλπο, περιλαμβάνονταν και η εκτόξευση άνω των 1.000 μη επανδρωμένων αεροσκαφών Shahed, τις πρώτες τρεις ημέρες των εχθροπραξιών. Τα εν λόγω συστήματα, τα οποία διαθέτουν κόστος παραγωγής μόλις 50.000 δολαρίων, βασίζονται εξ ολοκλήρου στους κινητήρες της Mado. Οι κινητήρες αυτοί —οι οποίοι παράγουν τον χαρακτηριστικό θόρυβο κατά την πτήση— κατασκευάζονται πλέον με τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό που εισήχθη μέσω των τουρκικών βιτρινών. Ομοίως, τα συστήματα πλοήγησης που επιτρέπουν την αποφυγή των δυτικών ραντάρ, καθώς και τα χημικά καύσιμα των βαλλιστικών πυραύλων, αποτελούν τελικό προϊόν αυτού ακριβώς του τουρκικού διαύλου.
Για τη χρηματοδότηση αυτής της συνεχούς ροής υλικών σε ένα περιβάλλον αποκλεισμού από το διεθνές διατραπεζικό σύστημα, η Sahara Thunder αξιοποιεί εναλλακτικούς μηχανισμούς. Τα έσοδά της προέρχονται από τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου μέσω του “σκιώδους στόλου” της, καθώς και από τις πωλήσεις drones στη Ρωσία. H εξόφληση δε του ρωσικού χρέους για τα Shahed πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό σε φυσικό είδος. Στη διαρροή εγγράφων “Wikiran” περιλαμβάνονται στοιχεία για για παραδόσεις ρωσικού χρυσού συνολικού βάρους 1,8 έως 2 τόνων.
Ο χρυσός επιλέγεται καθώς είναι πλήρως ρευστοποιήσιμος και, το κυριότερο, δεν μπορεί να ιχνηλατηθεί από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Η μετατροπή αυτού του χρυσού σε συνάλλαγμα πραγματοποιείται εκτός Ιράν. Τα πολύτιμα μέταλλα μεταφέρονται σε αγορές ελεύθερου εμπορίου, όπως η Τουρκία. Μέσω ιδιωτικών ανταλλακτηρίων, όπως για παράδειγμα το Golden Stars του Can Yilmaz (που τελούν υπό κυρώσεις για το δίκτυο της Sahara Thunder), ο χρυσός ρευστοποιείται και στη συνέχεια τα χρήματα ξεπλένονται μέσω εικονικών τιμολογίων. Έτσι τα έσοδα από τις πωλήσεις των drones και του ιρανικού πετρελαίου μέσω της Sahara Thunder είναι έτοιμα προς χρήση και αξιοποίηση για την αγορά εξοπλισμού που είναι απαραίτητος για να κατασκευαστούν άλλα drones. Αυτή τη δουλειά, όπως φαίνεται από τις πρόσφατες κυρώσεις, ανέλαβαν άλλες τουρκικές εταιρείες, όπως οι Arya Global, UTUS και Altis, οι οποίες συνεργάζονται με την ιρανική Mado, την κατασκευάστρια των κινητήρων των Shahed.
Η αρχιτεκτονική του εφοδιαστικού και χρηματοπιστωτικού δικτύου, η χρήση χρυσού, ο τουρκικός κόμβος, η έκδοση πλαστών τιμολογίων και η διπλή υπηκοότητα των βασικών διαμεσολαβητών αποτελεί ευθεία αντιγραφή της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε στο τεράστιο σκάνδαλο της κρατικής τουρκικής τράπεζας Halkbank στο πρώτο μισό της προηγούμενης δεκαετίας.
Όπως ο Reza Zarrab, ο πρωταγωνιστής του σκανδάλου της Halkbank, χρησιμοποιούσε τότε την τουρκική του ταυτότητα για να ρευστοποιήσει τα έσοδα του ιρανικού φυσικού αερίου χρησιμοποιώντας ανταλλακτήρια χρυσού και δηλώνοντας ψευδώς αγορές τροφίμων, έτσι και ο Can Yilmaz για λογαριασμό της Sahara Thunder φέρεται να εξαργύρωνε χρυσό και να έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στο δίκτυο που μετέφερε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στο Ιράν για την απόκτηση εξοπλισμού.
Η διαφορά εντοπίζεται στο επίπεδο της τουρκικής θεσμικής εμπλοκής. Το 2012-2013, η διαδικασία εκτελούνταν απευθείας μέσω της κρατικής τράπεζας Halkbank που διώκεται στις ΗΠΑ. Σήμερα, η Άγκυρα τηρεί στάση ανοχής, στο πλαίσιο της οποίας τουρκικές ιδιωτικές εταιρείες εξυπηρετούν την ιρανική πολεμική βιομηχανία. Σημειώνεται ότι η υπόθεση της Halkbank παραμένει ανοικτή, με μία δικαστική σύσκεψη να έχει προγραμματιστεί στο δικαστήριο του Μανχάταν για την Πέμπτη, 11 Μαρτίου.